FarmErasmus Diaries: εξόρμηση στις φάρμες του Βελγίου

FarmErasmus Diaries: εξόρμηση στις φάρμες του Βελγίου
A Blogger's Diary

Lets move to the country… Just you and me…” Με αυτούς τους, κάπως, μελαγχολικούς στίχους του Bill Callahan στο μυαλό μου περίμενα να απογειωθεί το αεροπλάνο που θα μας πήγαινε -σε κάτι περισσότερο από τρείς ώρες- μέχρι το Βέλγιο, όπου για λίγες μέρες, θα γινόμουν συνοδοιπόρος και παρατηρητής των αγροτών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα FarmErasmus. Βέβαια η διάθεσή μου κάθε άλλο παρά μελαγχολική ήταν, καθώς η μικρή μου συντροφιά αδημονούσε να φτάσει στον προορισμό της και να δεί απο κοντά όλα όσα είχαν προγραμματιστεί για τις επόμενες μέρες. Συνταξιδιώτες μου; H Άννα Μαρία από τη Greenpeace Greece, την οργάνωση που έστησε και διοργάνωσε το FarmErasmus και μας προσκάλεσε να το γνωρίσουμε απο κοντά και οι δυο νεαροί Έλληνες αγρότες που συμμετέχουν σε αυτό, η Βαρβάρα και ο Αλέξανδρος.


Η προσωπική μου εμπειρία απο το ταξίδι στο Βέλγιο λίγη σημασία έχει, γιατί δεν ήμουν παρά ένας απλός παρατηρητής. Όπως μου είχε πεί και η Βαρβάρα σε μια συζήτησή μας, “Το FarmErasmus είναι μια ανταλλαγή τεχνικών, μεθόδων, συμβουλών αλλά και ιστοριών. Επικοινωνούμε και μοιραζόμαστε τις γνώσεις μας. Και έτσι βοηθάμε ο ένας τον άλλον.” Επομένως, πολύ μεγαλύτερη σημασία έχουν οι εμπειρίες των ίδιων των αγροτών που συμμετέχουν σε αυτό το πρόγραμμα. Αυτοί, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο, παρά τα εμπόδια, επέλεξαν τον δύσκολο δρόμο της βιολογικής ή βιοδυναμικής γεωργίας. Που επιθυμούν να παράγουν προϊόντα αγνά, δίχως τοξικά λιπάσματα και βλαβερές για το περιβάλλον παρεμβάσεις και να τα δώσουν σε σένα, σε μένα, στα παιδιά μας. Που ελπίζουν για ένα καλύτερο μέλλον, για μια αγροτική παραγωγή που θα σέβεται τη φύση και θα εμπνέει εμπιστοσύνη στους καταναλωτές. Ευχαριστώ τη Greenpeace Greece που μου έδωσε την ευκαιρία να δώ απο κοντά τις ‘εναλλακτικές’ μορφές γεωργίας και ελπίζω ειλικρινά, να κάνουν οι αγρότες του σήμερα και του αύριο τα απαραίτητα βήματα για να γίνουν κάποτε οι κυρίαρχες. Είμαστε αυτό που τρώμε, έτσι δε λένε; Τότε, ας τρώμε υγιεινά, καθαρά προϊόντα γης κι εκείνη θα μας ανταμείψει.

Μέρα 1η: Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου

«Θέλει χρόνο και υπομονή η φύση. Και δε θέλει άγχος, γιατί όσο την πιέζεις δε σου δίνει αυτά που θέλεις», μου είπε εκείνο το πρωί η Βαρβάρα, καθώς μιλούσαμε για τη μέθοδο της βιοδυναμικής γεωργίας που εφαρμόζει και η ίδια στη γή της. Μεγάλωσε σε ένα αγρόκτημα στη Νέα Αμισό, λίγο έξω από τη Δράμα. Όπως οι περισσότεροι νέοι της επαρχίας, με την ενηλικίωση, έφυγε για σπουδές που όμως δεν την κάλυπταν και αποφάσισε να μην τις ολοκληρώσει. Μετά από μια σειρά κάθε λογής δουλειών, το 2007 επέστρεψε στη Δράμα. Συνέχισε να εργάζεται τα οκτάωρά της τα πρωϊνά και τα απογεύματα τα περνούσε στο μπαξέ; βοηθούσε τον παππού της και η παραγωγή τους ήταν περίσσεια. «Δίναμε φρούτα και λαχανικά όπου μπορούσαμε, μοιράζαμε μαρμελάδες, κομπόστες… Γενικώς αφθονία. Οπότε είπα ν’ αφήσω τη δουλειά μου και να το πιάσω κανονικά, αφού τ’ αγαπούσα κιόλας!» Έτσι και έκανε. Φυσικά δεν ήταν ένας δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα: την πρώτη χρονιά το χαλάζι κατέστρεψε μέρος της παραγωγής και μόνο την τρίτη χρονιά τα πράγματα έγιναν ευνοϊκότερα. Φέτος, διανύει την τέταρτη χρονιά πλήρους ενασχόλησης με το αγρόκτημά της στην περιοχή της Δράμας, όπου ζεί με τα δυό παιδιά της.

Οι υπόλοιποι αγρότες -ο Βλαντιμίρ και ο Στεφάν από τη Βουλγαρία και ο Μικαέλ από τη Σλοβακία- δεν άργησαν να καταφτάσουν και μαζί με κάποια άλλα μέλη της βελγικής Greenpeace και Βέλγους αγρότες του FarmErasmus, ξεκινήσαμε για τη βιολογική φάρμα του Hermann Pirmez στο Nethen. Κάτω από το λαμπερό ήλιο -αντίδοτο στον παγωμένο αέρα που διαπερνούσε τα σκουφιά μας εκείνο το πρωϊνό- στη μέση του χωραφιού, ο πολύπειρος αγρότης μας περιέγραψε τους λόγους για τους οποίους επέλεξε τη βιολογική γεωργία, τις δοκιμές που έκανε με νέα δημητριακά και τις τεχνικές, όπως η αγροδασοπονία, που εφάρμοσε ώστε να αντιστρέψει την απώλεια βιοποικιλότητας στην περιοχή του.

Η φάρμα του Hermann λειτουργεί σαν κοοπερατίβα με το φούρνο, το μπακάλικο και ένα μικρό εστιατόριο στο χωριό; εκείνο το μεσημέρι οι δυο μαγείρισσες του Le Grand Restaurant-Graines de Vie, μας ετοίμασαν ένα γεύμα με ότι λαχανικά παρείχε ο κήπος και ότι σιτηρά ή δημητριακά παρείχαν τα κτήματα. Ακόμα και τα καρύδια στο πετανόστιμο ψωμί τους, ήταν από τις καρυδιές του αγροκτήματος!

Το απόγευμα μας βρήκε στη βιολογική φάρμα du Petit Sart, στο Grez-Doiceau όπου οι αγρότες είδαν και άκουσαν διάφορες γνωστές ή άγνωστες σε αυτούς μεθόδους. Εγώ, όντας πιο άπειρη σε ότι έχει να κάνει με τεχνικές λεπτομέρειες, θαύμασα την έμπρακτη ανθρωπιά των ιδιοκτητών της φάρμας: προσφέρουν έμμισθη εργασία σε ανθρώπους με ειδικές ανάγκες ή ανέργους λόγω προβλημάτων υγείας, απασχολώντας τους σε πόστα με προσαρμοσμένα ωράρια, αναλόγως των δυσκολιών.

«Όλο ακούς για τ’ άσχημα, την εκμετάλλευση, τα χημικά, τις καταστροφές… Όμως γίνονται και καλά πράγματα στον κόσμο… Ίσως είναι πιο σιγανά, δεν ακούγονται τόσο, όμως γίνονται…», ψέλλισε κάποιος μέσα στο βανάκι, καθώς επιστρέφαμε στην πόλη κι εγώ κοίταζα τον ήλιο που έδυε ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων.

Μέρα 2η: Τρίτη 14 Φεβρουαρίου

Η δεύτερη μέρα, για άλλη μια φορά κάτω από έναν ηλιόλουστο ουρανό -τί περίεργο να μας πετύχουν οι Αλκυονίδες στο Βέλγιο!- μας βρήκε στους απέραντους δενδρόκηπους του Danny Billens, στο Gooik. Μηλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές, βερυκοκιές εδώ κι εκεί, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι και ο Αλέξανδρος έδειχνε ιδιαιτέρως προσηλωμένος στα λεγόμενα του συμπαθητικού Βέλγου, καθώς κι εκείνος διατηρεί αγρόκτημα με μηλιές, κερασιές, ροδακινιές και πολλά ακόμη φρούτα.

«Δεν επέλεξα να γίνω αγρότης, μου προέκυψε», μου είχε εκμυστηρευθεί ο Αλέξανδρος νωρίτερα εκείνη τη μέρα. «Όμως τώρα μου αρέσει, δε μπορώ να με φανταστώ να κλειστώ σε ένα γραφείο». Μετά το πέρας των σπουδών του στο Ηνωμένο Βασίλειο ως μηχανολόγος-μηχανικός, έμεινε εκεί και εργάστηκε στο αντικείμενό του για τέσσερα χρόνια. Θα είχε μείνει κι άλλο αν ο πατέρας του δεν του είχε ζητήσει να επιστρέψει για να αναλάβει το αγρόκτημα της οικογένειας. Διστακτικός στην αρχή, γρήγορα αγάπησε τη γη όπου μεγάλωσε και εδώ και τέσσερα χρόνια έχουν μετατρέψει τη γεωργία τους σε βιολογική. «Όλοι βάζαν χημικά, όλοι. Ήταν η νόρμα στην Ελλάδα. Ακόμα είναι. Όμως κάθε φορά που έριχνε τα λιπάσματα ο πατέρας μου, αρρώσταινε. Τού παιρνε χρόνο να συνέλθει. Έπρεπε να κάνουμε κάτι γι αυτό». Όπως και με την περίπτωση της Βαρβάρας, χρειαζόταν επιμονή και υπομονή: την πρώτη χρονιά της μετάβασης σε βιολογική γεωργία, τα φυτά, εθισμένα όπως ήταν στα χημικά, δεν απέδωσαν καρπούς. Τη δεύτερη τα πράγματα πήγαν καλύτερα, την τρίτη ακόμη καλύτερα και πάει λέγοντας.

Η οργάνωση του Danny Billens μας εντυπωσίασε; δεν είναι απορίας άξιο, καθώς όπως παραδέχθηκε ο ίδιος, το επάγγελμά του ήταν πρωτίστως ζαχαροπλάστης αρτοποιός. Μάλιστα διατηρούν με την κόρη του ένα αρτοποιείο και μπακάλικο μέσα στο κτήμα. Έπειτα απο την ξενάγηση στους δενδρόκηπους, καθίσαμε στο χώρο υποδοχής πάνω από το αρτοποιείο και απολαύσαμε ένα πλούσιο γεύμα μετα συνοδείας μηλίτη -νέκταρ!- δικής τους παραγωγής.

Το ίδιο απόγευμα επισκεφθήκαμε την πιο παραδοσιακή φάρμα Appelfabriek, που μόλις τώρα ξεκινά τη μετάβαση απο βιολογική σε βιοδυναμική γεωργία. Αφού περπατήσαμε ανάμεσα σε αμέτρητες ψηλές και κοντές μηλιές, μας βρήκε το ηλιοβασίλεμα σε ένα κήπο λαχανικών, δίπλα στα, άγουρα ακόμη, σκόρδα και τα λαχανάκια βρυξελλών, να υψώνουμε τα -γεμάτα τοπικό μηλίτη- ποτήρια μας στην υγειά μας. «Η υγεία ξεκινά από την καλή διατροφή. Θέλουμε να τρώμε αγνά, καθαρά και να δίνουμε στα παιδιά μας αγνά τρόφιμα.. Όπως παλιά, πολύ παλιά», μου είπε μια αγρότισσα και μου γέμισε το ποτήρι με το γλυκό χυμό.

Μέρα 3η: Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου

Τρίτη μέρα του FarmErasmus και κινήσαμε για τη Gembloux όπου μας περίμενε η κεντρική πλατφόρμα της Agricovert: μια αγροτική κοοπερατίβα, 30 παραγωγών και 450 περίπου καταναλωτών. Εδώ μπορούσε κανείς να αγοράσει τα πάντα: κάθε λογής φρούτα και λαχανικά, γαλακτοκομικά, γλυκά, σαπούνια, αρτοποιήματα, κρέατα και θαλασσινά, όλα βιολογικά. Ένας εκ των ιδρυτών της μας παρουσίασε το καλά σχεδιασμένο, πολύπλοκο σύστημα λειτουργίας της, το οποίο βασίζεται στην πλήρη ισότητα των μελών της, τόσο οικονομικά όσο και δυναμικά. Όλοι απορήσαμε -κι αυτό λέει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο μας έχουν κάνει ύποπτους οι εποχές που βιώνουμε- με το γεγονός οτι τα κύρια εργαλεία διαχείρισης της κοοπερατίβας είναι η εμπιστοσύνη, η συνεργασία και ο αλτρουισμός. Έπειτα απο το γεύμα μας, ο Laurent αγόρασε μερικά ψωμιά, ντιπς και τυριά που θα σερβιρίζονταν την επόμενη, στη συνέντευξη τύπου για τη Greenpeace και το πρόγραμμα FarmErasmus και φύγαμε για τον επόμενο προορισμό μας: τη φάρμα των αδελφών Jacquemart στο Saint-Gérard.

Σα να γυρίσαμε πίσω στο χρόνο, ίσαμε 100 και βάλε χρόνια: κοτούλες και κοκκόρια τρέχαν ελεύθερα εδώ κι εκεί, ενώ μας υποδέχτηκε η σύζυγος του ενός αδελφού, που μόλις είχε φτιάξει το τυρί της ημέρας από το γάλα των αγελάδων του κτήματος. Αυτή η φάρμα τα έχει όλα: ευτυχισμένα γουρουνάκια και αγελάδες, δίχως φάρμακα και ορμόνες, ζούν αρμονικά και προσφέρουν τα ζωϊκά προϊόντα τους στους ιδιοκτήτες. Εκείνοι με τη σειρά τους, σέβονται αυτή την ανταλλαγή και τα χρησιμοποιούν δίχως απληστία, φτιάχνοντας προϊόντα για διάφορους προμηθευτές, όπως κοοπερατίβες και μικρά μπακάλικα στο χωριό αλλά και για ανθρώπους που επιθυμούν να αγοράσουν αγνές τροφές κατευθείαν από τον παραγωγό. Έχουν εργαστήριο παραγωγής διαφόρων τυριών, ακόμη και φούρνο! Όπως μας εξήγησε ο Jacquemart, προσπαθούν όσο δυνατόν περισσότερο, να είναι αυτάρκεις, δηλαδή να παράγουν και να χρησιμοποιούν τα διάφορα υποπροϊόντα στην παραγωγή τους, συμπληρώνοντας έναν κύκλο: τον κύκλο της ζωής.

«Μακάρι να ήταν έτσι όλες οι φάρμες του κόσμου. Μακάρι να ψώνιζαν οι άνθρωποι τοπικά και με τις εποχές και να εμπιστεύονταν τους «δικούς» τους παραγωγούς… Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας», μου είπε ο αγρότης από τη Βουλγαρία, Βλαντιμίρ, καθώς χάιδευε μια γατούλα που τριβόταν στα πόδια του.

Μέρα 4η: Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου

Με κυρίευσε μια μελαγχολία καθώς έβαζα τα πράγματά μου στη βαλίτσα εκείνο το πρωΐ, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Ήταν η τελευταία μου μέρα στο Βέλγιο; το FarmErasmus θα έληγε και, λόγω πτήσεων, δε θα προλάβαινα να πάω στο τελευταίο κτήμα που είχε προγραμματιστεί για το απόγευμα. Αυτή τη φορά δε φόρεσα τις γαλότσες, που είχα τόσο συνηθίσει αυτές τις μέρες στις λάσπες και τα χωράφια, αλλά τα παπούτσια, τα πολιτικά μου, καθώς σε λίγο θα πηγαίναμε στη συνέντευξη τύπου σε ένα Αββαείο, έξω από το Leuven. Η μελαγχολία μου γρήγορα μετατράπηκε σε ανυπομονησία, γιατί σε λίγο θα υποδεχόμουν τη Μαριλού, που θα κατέφτανε με τρένο από το Άμστερνταμ.

«Πω, πω ζέστη κάνει!», μου είπε αφού με αγκάλιασε μέσα στο βαν που θα μας πήγαινε στο Αββαείο, «είμαι τυχερή γιατί όπου πάω κάνει λιακάδα! Τόσο πολύ το αγαπώ το καλοκαίρι». «Τί λές βρε Μαριλού; Κι εδώ λιακάδα κάνει τόσες μέρες, αλλά μέχρι χθές είχαμε ψοφήσει στο κρύο!», της απάντησα εγώ. «Βρε σύ, αφού είχα πάρει μαζί μου τη ζέστη, στην Ολλανδία», είπε, γελάσαμε δυνατά και ο Laurent, μή γνωρίζοντας τί λέμε, μας χαμογέλασε αμήχανα.

Μετά απο τη σύντομη συνέντευξη τύπου, ένα live facebook video με τη Βαρβάρα και τον Αλέξανδρο και αγκαλιές αποχωρισμού με τους νέους αγρότες, την Άννα Μαρία, τον Laurent και τους υπόλοιπους θαυμάσιους ανθρώπους με τους οποίους μοιράστηκα τόσες εμπειρίες σε τόσες λίγες μέρες, μπήκαμε στο τρένο της επιστροφής για το αεροδρόμιο των Βρυξελλών. “Τί εμπειρίες σου άφησε λοιπόν το ταξίδι;”, με ρώτησε η Μαριλού και ευθύς αμέσως το μυαλό μου γέμισε σκέψεις και εικόνες που αποκόμισα τις προηγούμενες μέρες. Έπειτα από μια παύση, της είπα: “Πάμε να αφήσουμε τις βαλίτσες μας στο check in και θα στα πώ πάνω από καφέ“.

Θέλουμε την γνώμη σας!